Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Τρύπια πρωινά



Τα τρύπια πρωινά τα πόδια μου αιωρούνται πάνω από το πάτωμα, κάθομαι έτσι ακίνητος στο κρεβάτι ώρα πολλή, πάνω από άλλον πλανήτη κι ακούω τα ρολόγια. Ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα ρολόι, ξεκούρδιστο, κακομεταχειρισμένο, οι λέξεις μπλέκονται με τα τικ τακ της ψυχής μας. Κοιτάζω από το παράθυρο τη μέρα που εισβάλλει ακάλεστη, σαν παλιά φίλη που την ξέχασες για λόγους που δεν θυμάσαι ή που δεν θέλεις να θυμάσαι, εισβάλλει από τις γρίλιες κι από τις τρύπες στο κορμί σου, από όλα τα σημεία που πέρασαν τα χαμόγελα που σου έριξαν χτες.
Ένας άλλος που μου μοιάζει φτιάχνει ήδη καφέ, μα εγώ κάθομαι ακόμα στο κρεβάτι με τα πόδια μου να αιωρούνται, τα κουνάω μπροσ πίσω σαν παιδί σε κούνια ή σαν κρεμασμένος στην αγχόνη και δεν τολμώ να κατέβω να μπω μες τον κόσμο. Κι έτσι εν μέσω ρολογιών ξεκούρδιστων και χαμόγελων σαν σφαίρες, ακούω το σιωπητήριο του στρατοπέδου, νυχτώνει απότομα, εκείνος ο άλλος που μου μοιάζει έχει γυρίσει ήδη απ' τη δουλειά, ανεβαίνει στο κρεβάτι κι αυτός κι έτσι όπως κουνούμε τα πόδια μας σαν παιδιά σε κούνια ή σαν κρεμασμένοι στην αγχόνη, αποκοιμιόμαστε πάλι...

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Για την αγάπη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός αγρότης που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα μικρό κτήμα στην εξοχή. Ήταν τόσο φτωχοί, ώστε αυτά που έβγαζαν μόλις που αρκούσαν για να ζήσει. Κάποτε όμως, ένα μεγάλο αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το αγρόκτημα και δυο μαυροντυμένοι κύριοι με χρυσές αλυσίδες κατέβηκαν από αυτό. Αρνήθηκαν το φτωχικό γεύμα που τους πρόσφεραν και εξήγησαν πως ήρθαν για να δώσουν μια προσφορά για το αγρόκτημα.

Ο φτωχός αγρότης αρνήθηκε ευγενικά και είπε πως δεν ενδιαφέρεται. Εκείνοι για να τον δελεάσουν περισσότερο, του εξήγησαν πως με τα χρήματα θα μπορούσε να αποκτήσει όλα όσα επιθυμούσε στη ζωή του. Κοίταξε τη γυναίκα του και είπε στους ξένους πως έχει ήδη όλα όσα επιθυμεί. Οι ξένοι έφυγαν θυμωμένοι.

Ύστερα από λίγο καιρό η γυναίκα του φτωχού αγρότη πέθανε. Και τότε οι ξένοι γύρισαν με μια μεγαλύτερη προσφορά. Ο φτωχός αγρότης και πάλι αρνήθηκε ευγενικά. Του υπενθύμισαν πως μπορούσε να απαλύνει τη μοναξιά του με αυτά τα χρήματα. Εκείνος κοίταξε έξω τα ζώα του. Δεν δέχτηκε. Χάνοντας την ψυχραιμία τους του είπαν πως αν είναι για τα ζώα του, μπορούσε με τα χρήματα να φτιάξει στάβλους, να αγοράσει τροφή γι’ αυτά, να τα πολλαπλασιάσει. Ο αγρότης είπε πως δεν είναι για τα ζώα του. Οι ξένοι έφυγαν.

Μετά από μήνες αρρώστια βαριά έπεσε στο αγρόκτημα κι όλα τα ζώα πέθαναν. Και τότε οι ξένοι γύρισαν πάλι. Βρήκαν τον αγρότη να σκαλίζει με το δάχτυλό του γύρω από ένα μικρό τόσο δα λουλούδι. Του είπαν ότι έφεραν περισσότερα χρήματα. Ο αγρότης δεν έδωσε σημασία. Ήταν πολύ απορροφημένος.

Γι’ αυτό γίνονται όλα αυτά τώρα; Ρώτησαν θυμωμένα. Για ένα λουλούδι;
Ο αγρότης κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Το ξέρεις πως είναι ανόητο και άσκοπο όλο αυτό, είπαν πάλι. Σύντομα θα πεθάνει. Τι σημασία έχει λοιπον;
Ο αγρότης χαϊδεψε με τα ακροδάχτυλά του το λουλούδι και σηκώθηκε.
«Για μένα και για σας ίσως να μην έχει καμιά σημασία. Μα έχει για το λουλούδι…» είπε.

Οι μαυροφορεμένοι κύριοι με τις χρυσές αλυσίδες, ποτέ δε θα καταλάβουν πως δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν. Αγαπάς για χάρη της αγάπης…

Αλλαγή πλεύσης

... και τώρα, κάθε φορά που σε σκέφτομαι, κάποιος γκρεμίζει μια φωλιά χελιδονιού κάπου στον κόσμο, μα εγώ δε θέλω άλλους φόνους στην τρύπια συνείδησή μου, γυρεύω μόνο να ξεχάσω, αλλά η μνήμη μου αρνείται πεισματικά να διαλέξει, δεν είναι τόπος ο τόπος μου, είναι λεπίδι στα σαγόνια ενός καρχαρία κι από πού να πιαστώ...

Κάθε φορά που σε δείχνω, αέρας σηκώνεται και σαρώνει όλες τις ερήμους της γης, το δάχτυλό μου βυθίζεται στη στάχτη μιας φωτιάς που έσβησε αιώνες πριν -αν ήταν ποτέ αναμμένη- και τα νύχια μου γεμίζουν παλιές αναμνήσεις, τέτοιες που ούτε ήξερα πως υπήρχαν, όπως όλα αυτά που υπάρχουν δίχως να τα ξέρουμε πως υπάρχουν, ώσπου ξαφνικά έρχονται και στέκονται μπροστά μας σ' όλο τους το ανάστημα κι εμείς τα αναγνωρίζουμε ανήμποροι σαν δικά μας, παντοτινά δικά μας, γιατί μόνον εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ δικοί μας, μόνον εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ κανενός, μα είναι κι αυτός ένας τρόπος να ζήσεις, δεν είναι;

Εγώ ακόμα σε σκέφτομαι και δείχνω με το δάχτυλό μου κάτι, κάπου, που θα μπορούσε να είναι εσύ ή κι εγώ ακόμα, αν ήξερα μόνο ποιος είμαι ή έστω ποιος ήμουν κάποτε, πριν απ' το τώρα, πριν αδειάσει ο χρόνος και μείνουν μόνο κούφια κορμιά, σαν τα λόγια μας, σαν τις υποσχέσεις μας, σαν τις παιδικές ελπίδες μας. Α! Οι παιδικές ελπίδες μας! Αν τις μαζεύαμε σ' ένα πιθάρι, θα 'χαμε τώρα χιλιάδες λόγους να πεθάνουμε, αλλά ποτέ δεν προνοήσαμε για τίποτα, τ' ακούς; Αν προνοούσαμε θα αρνούμασταν πεισματικά να συναντηθούμε, θα βλέπαμε ο ένας τον άλλον στο δρόμο και θα προσποιούμασταν ότι το σύμπαν δεν σταμάτησε για μια στιγμή, πως ο χρόνος δεν πάγωσε, θα προσποιούμασταν τάχα πως δεν είδαμε τίποτε στα μάτια του άλλου, πως δεν υπήρχε άλλος, όπως τα χελιδόνια που προσποιούνται κάθε άνοιξη πως ο χειμώνας δε θα 'ρθει. Μα ο χειμώνας πάντα έρχεται, αγαπημένη, έτσι δεν είναι; Ο χειμώνας είναι πάντα στην ώρα του, γιατί ξέρει να περιμένει υπομονετικά, έχει όλο το χρόνο του κόσμου, όλο εκείνο το χρόνο που εμείς δεν είχαμε, τ' ακούς;

Λοιπόν επειδή δε θέλω άλλους φόνους στην τρύπια πια συνείδησή μου, θα πάψω να περιμένω, θα πάψω να σε σκέφτομαι και θα κόψω το δάχτυλο που σε δείχνει σ' εκείνη τη φωτογραφία, θα κόψω όλα μου τα δάχτυλα και θα τα αφήσω να τα πάρει ο άνεμος προς όλες τις πόρτες του ορίζοντα κι από τώρα και στο εξής, θα 'μαι στις παρυφές του οπουδήποτε. Του δικού μου (σου;) οπουδήποτε...